Meaning of σφουγγαρίζω | Babel Free
Ορισμοί
καθαρίζω μια επιφάνεια (π.χ. πάτωμα) με σφουγγαρόπανο ή σφουγγαρίστρα που τα έχω βουτήξει σε μείγμα νερού με απορρυπαντικό ή απολυμαντικό
Ισοδύναμα
English
Mop
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.