HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συχωριανή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2

Ορισμοί

  1. αυτή που μένει στο ίδιο χωριό ή κατάγεται από αυτό
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του συχωριανός
    accusative, feminine, nominative, singular, vocative

Παραδείγματα

“※ Έσφούγγισε τότες τά βρεμένα μάτια της, έκάθισε χάμου κ' έκείνη κ' άγκάλιασε τήν άδικημένη συχωριανή της, πούταν τώρα πνιμένη άπό τές κλάψες. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Επιμέλεια Άγγελου Τερζάκη. Βασική Βιβλιοθήκη «Αετού» / Εκδοτικός Οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήναι, 1955, σελ. 153)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συχωριανή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free