HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συσσωρευτής | Babel Free

Noun masculine CEFR C1

Ορισμοί

  1. : οποιαδήποτε συσκευή που αποταμιεύει ενέργεια, όπως π.χ. ηλεκτρική, χημική, θερμική ενέργεια, προκειμένου να την αποδώσει αργότερα. λαμβάνοντας ανάλογα επιπρόσθετο χαρακτηρισμό ή σύνθετη ονομασία
  2. συνηθισμένη ονομασία για τον ηλεκτροσυσσωρευτή, κοινώς μπαταρία.
  3. ονομασία καταχωρητή που βρίσκεται στην κεντρική μονάδα επεξεργασίας των περισσότερων επεξεργαστών και χρησιμοποιείται σαν κύριο αποθηκευτικό μέσο για προσωρινές μεταφορές στις εντολές μίας πράξης

Ισοδύναμα

English Accumulator

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συσσωρευτής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course