Meaning of συσσωμάτωση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συσσωματώνω, η συνένωση δύο ή περισσότερων (ετερόκλιτων) σωμάτων σ’ ένα ενιαίο σύνολο
-
σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά, στόχους κ.λπ. especially
-
τεχνική ύφανσης με ανάμειξη και συνένωση ετερόκλιτων υλικών με συμπίεση especially
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.