Meaning of συνώνυμος | Babel Free
/siˈno.ni.mos/Ορισμοί
- που έχει την ίδια, ή περίπου την ίδια, σημασία
- που κατασημαίνει την ίδια ακριβώς έννοια
- «συνώνυμα κωδόνια» τριάδα νουκλεοβάσεων που προσδιορίζουν ή αντιστοιχούν με το ίδιο αμινοξύ
Παραδείγματα
“Παράδειγμα συνώνυμων λέξεων: ικεσία, παράκληση, παρακάλι”
“Παράδειγμα συνώνυμων όρων: (ηλεκτρισμός) τάση - διαφορά δυναμικού, (ιατρική) χανσενικός - λεπρός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.