Meaning of συνωμοτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συνωμοτώ
- θα συνωμοτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συνωμοτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.