Meaning of συντηρητικά | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του συντηρητικό (περιληπτικό)
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Πάρε κάτι φρέσκο καλύτερα γιατί αυτό εδώ είναι γεμάτο συντηρητικά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.