Meaning of συνοικισμός | Babel Free
Ορισμοί
- ομάδα σπιτιών σε μια περιοχή, όπου προηγουμένως δεν υπήρχαν άλλα
- αξιοπρεπής καταυλισμός για πρόσφυγες που εγκαθίστανται από το κράτος σε μια περιοχή
- συμβίωση ζώων που δεν ανήκουν στο ίδιο είδος
- λέγεται και έτσι η συνένωση ή συνοίκιση των 12 δήμων της Αττικής σε έναν από τον Θησέα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.