HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συνοδηγός | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/si.no.ðiˈɣos/

Ορισμοί

  1. επιβάτης οχήματος που αναλαμβάνει την οδήγηση εφόσον χρειαστεί, ο οποίος κατά κανόνα κάθεται στη διπλανή θέση από εκείνη του οδηγού
    general
  2. βοηθός οδηγού αυτοκινήτου αγώνων, που τον ενημερώνει για την πορεία και τον προειδοποιεί για ό,τι βρίσκεται μπροστά (στροφές, εμπόδια κ.λπ.)
    especially

Παραδείγματα

“(κατ’ επέκταση) κάθε επιβάτης που κάθεται σε αυτήν τη θέση («του συνοδηγού»)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συνοδηγός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course