Meaning of συννεφιασμένος | Babel Free
/si.ne.fçaˈzme.nos/Ορισμοί
- που καλύπτεται κατά ένα μεγάλο μέρος από σύννεφα
- για τη χρονική περίοδο όπου ο ουρανός είναι καλυμμένος από σύννεφα
-
για τη χρονική περίοδο που χαρακτηρίζεται από στενοχώριες και αίσθημα ανησυχίας figuratively
-
για πρόσωπο που δείχνει ότι τον απασχολούν διάφορα προβλήματα και ανησυχεί για κάτι figuratively
Ισοδύναμα
English
cloudy
Παραδείγματα
“συννεφιασμένος ουρανός”
“ένα συννεφιασμένο πρωινό”
“※ από το τραγούδι (1948) «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου που έχει πάντα συννεφιά, Χριστέ και Παναγιά μου”
“※ Το βράδυ, σα γύρισε, με βρήκε να κάθουμαι στα σκοτεινά κουλουριασμένη σε μια πολυθρόνα, αμίλητη και συννεφιασμένη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.