Meaning of συνθηματική γλώσσα | Babel Free
/sin.θi.ma.tiˈci ˈɣlo.sa/Ορισμοί
μία γλώσσα, που χρησιμοποιείται εντός κάποιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας και περιλαμβάνει συνθήματα και ειδικό λεξιλόγιο που την καθιστούν κλειστή άλλα και συμβατική ταυτόχρονα
Παραδείγματα
“※ 1897 Ἀνδρέας Καρκαβίτσας, Ὁ ζητιάνος, Κεφάλαιον Δ΄, Ὁ βρυκόλακας”
“< υπώνυμα: αργκό, κοινωνιόλεκτος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.