Meaning of συνημμένος | Babel Free
/si.niˈme.nos/Ορισμοί
- που (επι)συνάπτεται μαζί με κάτι άλλο, που υποβάλλεται ή στέλνεται μαζί
- που είναι στην ίδια πτώση με το υποκείμενο (ή βασικό όρο της πρότασης) και συνδέεται μ’ αυτό
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.