Meaning of συνεταιρισμός | Babel Free
Ορισμοί
σύλλογος ατόμων, συνήθως εργάτες του πρωτογενούς τομέα, που συνεργάζονται ώστε να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“αγροτικός συνεταιρισμός (farmers' cooperative)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.