Meaning of συνεστραμμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει συστραφεί
- για σύνθετο καλώδιο του οποίου το εσωτερικό μέταλλο αποτελείται από μεταλλικά σύρματα ή καλώδια που έχουν συστραφεί
- για όρχι που πάσχει από συστροφή
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.