HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συνεπιβατισμός | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

η πρακτική δύο ή περισσοτέρων ατόμων να μοιράζονται κάποιο όχημα και να επιμερίζουν αναλογικά τα έξοδα που τους αναλογούν, προκειμένου να μεταβούν στον προορισμό τους

neologism

Παραδείγματα

“(Εξαιτίας της χθεσινής απεργίας των ΜΜΜ) ο «συνεπιβατισμός» (car-pooling) ήταν ένας από τους... εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης (εφ. Τα Νέα, 27/9/2011)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συνεπιβατισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course