HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συνεπαγωγή | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. συμπέρασμα που προκύπτει από δεδομένο ή προηγούμενο συμπέρασμα ή θεώρηση
  2. λογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Ψευδής' (false) μόνο όταν η αριστερή πρόταση είναι 'Αληθής' (true) και η δεξιά 'Ψευδής', αλλιώς δίνει 'Αληθής'.

Παραδείγματα

“Συμβολισμός: →, όπως p→q, όπου η p ονομάζεται υπόθεση (ή υποτιθέμενο), η q συμπέρασμα (ή συνεπαγόμενο) και διαβάζεται «αν p, τότε q». Ισοδυναμεί με την σύνθετη πρόταση: ¬p∨q”
“Συνώνυμο: υποθετική πρόταση”
“Υπερώνυμα: λογικό συνδετικό”
“Υπώνυμα: συμπέρασμα, υπόθεση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συνεπαγωγή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course