HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συνδρομητικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

η υπηρεσία που παρέχεται με καταβολή συνδρομής, επιχείρηση (κυρίως τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας) που απαιτεί καταβολή συνδρομής για παροχή υπηρεσιών

Παραδείγματα

“συνδρομητικό κανάλι, συνδρομητικός σταθμός”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συνδρομητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course