HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συνδρομητής | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

κάποιος που λαμβάνει τακτικά ή συνεχώς ένα προϊόν ή μια υπηρεσία έναντι αντίστοιχης πληρωμής.

Παραδείγματα

“※ ο αριθμός των ντόπιων συνδρομητών είναι ενδεικτικός για το ανεπτυγμένο τοπικό καλλιτεχνικό ενδιαφέρον και για την παρουσία ενός προοδευτικού πολιτιστικού σχηματισμού (Ελληνικά, ιστορικόν περιοδικόν δημοσέευμα εκδιδόμενον καθ'εξάμηνον, τόμος 45, τεύχος 2, 1995)”
“※ Ο πρώτος αυτός συνδρομητής της Διαπλάσεως, ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν, συμπλήρώνει ο Στασινόπουλος, αποτελεί ίσως το καλύτερο σύμβολο της σταδιοδρομίας του περιοδικού'ζ' (Ιστορία της ελληνικής Παιδικής λογοτεχνίας, 1991)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συνδρομητής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course