Meaning of συναρπαστεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρπάζομαι
- θα συναρπαστεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναρπάζομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.