Meaning of συναρμολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συναρμολογώ
- θα συναρμολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συναρμολογώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.