Meaning of συναδελφότητα | Babel Free
/si.na.ðelˈfo.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα των συναδέλφων, το να είμαστε συνάδελφοι
- συνώνυμο του συναδελφικότητα
- συνήθως με κεφαλαίο αρκτικό Συναδελφότητα: ονομασία «Συναδελφότης», αδελφότητας, συλλόγου
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.