HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συναδελφότητα | Babel Free

Noun CEFR C1
/si.na.ðelˈfo.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα των συναδέλφων, το να είμαστε συνάδελφοι
  2. συνώνυμο του συναδελφικότητα
  3. συνήθως με κεφαλαίο αρκτικό Συναδελφότητα: ονομασία «Συναδελφότης», αδελφότητας, συλλόγου

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συναδελφότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course