Meaning of συνάρθρωση | Babel Free
Ορισμοί
- σύνδεση με άρθρωση
- τρόπος σύνδεσης των σκελετικών οστών, που δεν επιτρέπει καμία κίνηση (π.χ. στη λεκάνη ) ή επιτρέπει πολύ περιορισμένες κινήσεις (π.χ. στη σπονδυλική στήλη).
- άρθρωση ενός φωνήματος με συνδυασμό περισσότερων του ενός Αρθρωτικών σημείων
Παραδείγματα
“Ένα φώνημα διαφοροποιείται όμως, κατά κανόνα, στη φωνητική του πραγμάτωση ανάλογα με το περιβάλλον του, δηλαδή σύμφωνα με τη συνάρθρωσή του με γειτονικά φωνήματα, την κατανομή του τόνου, το ρυθμό της ομιλίας κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.