Meaning of συμφεροντούχος | Babel Free
Ορισμοί
πρόσωπο ή οργανισμός που μπορεί να επηρεάσει ή να επηρεαστεί ή θεωρεί ότι επηρεάζεται από μια απόφαση ή δραστηριότητα
Παραδείγματα
“(τυποποιημένος ορισμός: Διεθνές Πρότυπο: ISO/Guide 73:2009)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.