Meaning of συμπορευτούν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμπορεύομαι
- θα συμπορευτούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμπορεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.