HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συμπολιτεύομαι | Babel Free

Verb CEFR C2
/sim.bo.liˈte.vo.me/

Ορισμοί

ανήκω ή στηρίζω πολιτική παράταξη που κυβερνά

Παραδείγματα

“※ Ένας κόσμος που δεν αντιπολιτεύτηκε μόνο τον Σημίτη, αλλά τον συμπολιτεύτηκε τις ημέρες της εξουσίας του, τον καλεί σήμερα να λογοδοτήσει. (Περικλής Δημητρολόπουλος, Η μοναξιά ενός πρώην πρωθυπουργού, εφημερίδα Τα Νέα, 29 Οκτωβρίου 2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συμπολιτεύομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course