Meaning of συμπολιτευόμενος | Babel Free
/sim.bo.li.teˈvo.me.nos/Ορισμοί
που συμπολιτεύευται, που ανήκει στην ίδια πολιτική παράταξη
Παραδείγματα
“※ Ἄλλως τε τόσα ἕλη λιμνάζουσιν εὐτυχῶς ἐπὶ τῶν λάκκων τῶν ἀθηναϊκῶν ὁδῶν, ἀκίνητα, ὡς δημάρχου ἐγκέφαλος ἢ ὡς γλῶσσα βουλευτοῦ συμπολιτευομένου, ὥστε ἐπὶ τῆς ὑελώδους ἐπιφανείας των ἀντικατοπτρίζεται θαυμασίως ὁ οὐρανὸς μετὰ τῶν ἀστέρων καὶ τῶν πλανητῶν του. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.