Meaning of συμπολίτευση | Babel Free
/sim.boˈli.tef.si/Ορισμοί
- το σύνολο των βουλευτών της κοινοβουλευτικής ομάδας ή του κυβερνητικού σχηματισμού που συμμετέχουν στην κυβέρνηση.
- η παράταξη που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή και από την οποία έχουν επιλεγεί κυβερνητικά στελέχη
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.