Meaning of συμπαραγωγή | Babel Free
/sim.ba.ɾa.ɣoˈʝi/Ορισμοί
προϊόν, συνήθως βιομηχανικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό, που προκύπτει ως απότοκος συνεργασίας δύο ή περισσοτέρων παραγωγών.
Παραδείγματα
“η ταινία είναι μια ελληνογαλλική συμπαραγωγή”
“συμπαραγωγή μαχητικών F-35”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.