Meaning of συμπαθητικός | Babel Free
/sim.ba.θi.tiˈkos/Ορισμοί
- για πρόσωπο προς το οποίο δείχνουμε συμπάθεια, διότι κάποια χαρακτηριστικά του μας αρέσουν ή τα εκτιμούμε, συμπαθής
- καλούτσικος (για κάτι που μας αρέσει, αλλά όχι υπερβολικά)
- σχετικός με το αυτόνομο νευρικό σύστημα
Παραδείγματα
“Δεν τον ξέρω καλά, αλλά μου φαίνεται συμπαθητικός άνθρωπος.”
“Είδα μια συμπαθητική ταινία χτες.”
“συμπαθητικό νευρικό σύστημα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.