Meaning of συμμορφωθεί | Babel Free
/si.moɾ.foˈθi/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συμμορφώνομαι
- θα συμμορφωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συμμορφώνομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.