Meaning of συμμοριτικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του συμμορίτικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του συμμοριτικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του συμμορίτικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του συμμοριτική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του συμμορίτικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του συμμοριτικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.