HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

συμμορίτης

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μέλος συμμορίας
    general
  2. κομμουνιστής μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ) κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949)
    especially, offensive

Ισοδύναμα

14 more languages

Παραδείγματα

“※ Λίγο πιο κάτω στο φαράγγι ο Χρύσανθος μας έδειξε μερικά σκορπισμένα κόκκαλα. «Εδώ είναι», είπε, «τ' απομεινάρια ενός συμμορίτη»”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη συμμορίτης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free