HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συμμορίτης | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. μέλος συμμορίας
    general
  2. κομμουνιστής μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ) κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949)
    especially, offensive

Παραδείγματα

“※ Λίγο πιο κάτω στο φαράγγι ο Χρύσανθος μας έδειξε μερικά σκορπισμένα κόκκαλα. «Εδώ είναι», είπε, «τ' απομεινάρια ενός συμμορίτη»”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συμμορίτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course