HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συμβολαιογράφος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/sim.vɔ.lɛ.ɔˈɣɾa.fɔs/

Ορισμοί

επαγγελματίας με νομική κατάρτιση, ελεγχόμενος από το κράτος, που συντάσσει και διατηρεί στο αρχείο του συμβόλαια και άλλα (δημόσια) έγγραφα νομικής φύσης και εκτελεί κάποιες δικαστικές ενέργειες (π.χ. πλειστηριασμούς)

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Τα «κοράκια» συμμετέχουν και αυτά στη διαδικασία. Καταθέτουν τις επιταγές τους στον συμβολαιογράφο που εκτελεί τη δημοπρασία και είτε αγοράζουν το ακίνητο για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό πελατών τους είτε αποσύρονται από τον πλειστηριασμό, αφού πληρωθούν για αυτή την απόσυρσή τους. (* εφημερίδα Το Βήμα)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συμβολαιογράφος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course