Meaning of συλλογισμένος | Babel Free
/si.lo.ʝiˈzme.nos/Ορισμοί
αυτός που συλλογίζεται έντονα κάτι
Παραδείγματα
“※ Έσκυψα το κεφάλι συλλογισμένος. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.