HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συλλογικότητα | Babel Free

Noun CEFR C1
/si.lo.ʝiˈko.ti.ta/

Ορισμοί

  1. το να είναι κάτι συλλογικό, η ιδιότητα του συλλογικού
  2. η οργανωμένη ή ανοργάνωτη ομάδα ανθρώπων
    neologism

Ισοδύναμα

English collective

Παραδείγματα

“※ Δεκάδες συλλογικότητες από όλη την Αττική πραγματοποίησαν παράσταση διαμαρτυρίας, έξω από τα κεντρικά της ΔΕΗ, «για την υπεξαίρεση χρημάτων», όπως υποστηρίζουν, καθώς ενώ κατέβαλαν το χρηματικό ποσό του ηλεκτρικού ρεύματος, τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στην εξόφληση του χαρατσιού. (* εφημερίδα Ελευθεροτυπία)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συλλογικότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course