Meaning of συλλογικότητα | Babel Free
/si.lo.ʝiˈko.ti.ta/Ορισμοί
- το να είναι κάτι συλλογικό, η ιδιότητα του συλλογικού
-
η οργανωμένη ή ανοργάνωτη ομάδα ανθρώπων neologism
Ισοδύναμα
English
collective
Παραδείγματα
“※ Δεκάδες συλλογικότητες από όλη την Αττική πραγματοποίησαν παράσταση διαμαρτυρίας, έξω από τα κεντρικά της ΔΕΗ, «για την υπεξαίρεση χρημάτων», όπως υποστηρίζουν, καθώς ενώ κατέβαλαν το χρηματικό ποσό του ηλεκτρικού ρεύματος, τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν στην εξόφληση του χαρατσιού. (* εφημερίδα Ελευθεροτυπία)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.