Meaning of συλληφθείς | Babel Free
/si.liˈfθis/Ορισμοί
- μετοχή παθητικού αορίστου (συλλήφθηκα) του ρήματος συλλαμβάνω: που έχει συλληφθεί
- β΄ πρόσωπο ενικού εξαρτημένου τύπου (συλληφθώ) παθητικής φωνής του συλλαμβάνω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.