Meaning of συλλαβισμός | Babel Free
/si.la.viˈzmos/Ορισμοί
- η διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές στη γραπτή της μορφή ή η εκφώνησή τους
- η συλλαβιστική ικανότητα
-
η ανάγνωση με δυσκολία που δείχνει πως αυτός που διαβάζει δυσκολεύεται να διαβάσει και προσπαθεί να συλλαβίσει τις λέξεις figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο συλλαβισμός της λέξης «κατάσταση» παριστάνεται με τις συλλαβές χωρισμένες από ενωτικά: «κα-τά-στα-ση».”
“Ο νεαρός μαθητής κατείχε άψογα τον συλλαβισμό.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.