Meaning of συγκλονίζω | Babel Free
/siŋ.ɡloˈni.zo/Ορισμοί
προκαλώ έντονη ψυχική αναστάτωση
Ισοδύναμα
English
Shock
Παραδείγματα
“※ Ο θάνατος της θείας που με μεγάλωσε ήταν αναπάντεχος και με συγκλόνισε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.