HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συγκλητικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/siŋ.ɡli.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τη σύγκλητο ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. την ρωμαϊκή σύγκλητο
  3. τη σύγκλητο της Κωνσταντινούπολης (Σενάτον / Senatum), καθένα από τα δύο δημόσια κτήρια της Κωνσταντινούπολης, που στέγαζαν το ομώνυμο νομοθετικό και συμβουλευτικό σώμα
  4. την πανεπιστημιακή σύγκλητο

Παραδείγματα

“συγκλητικές αποφάσεις”

senatorial decisions

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συγκλητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course