Meaning of συγκλητικός | Babel Free
/siŋ.ɡli.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη σύγκλητο ή αναφέρεται σ’ αυτή
- την ρωμαϊκή σύγκλητο
- τη σύγκλητο της Κωνσταντινούπολης (Σενάτον / Senatum), καθένα από τα δύο δημόσια κτήρια της Κωνσταντινούπολης, που στέγαζαν το ομώνυμο νομοθετικό και συμβουλευτικό σώμα
- την πανεπιστημιακή σύγκλητο
Παραδείγματα
“συγκλητικές αποφάσεις”
senatorial decisions
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.