HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of συγκεντρωτικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που συγκεντρώνει κάτι (πχ παράλληλες ακτίνες φωτός) σε ένα σημείο
  2. που συγκεντρώνει στοιχεία από διάφορες πηγές και τα παρουσιάζει συνολικά
  3. που συγκεντρώνει αρμοδιότητες και εξουσίες σε ένα πρόσωπο ή ομάδα ή κέντρο διοίκησης και λήψης αποφάσεων
  4. ότι χαρακτηρίζει ένα κεντρικό σύστημα (εξυπηρετητής, διακομιστής) όπου φιλοξενούνται τα δεδομένα ή και τα προγράμματα και από όπου εξυπηρετούνται οι πελάτες (clients)

Παραδείγματα

“συγκεντρωτικός φακός”
“στο τέλος του μήνα η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει συγκεντρωτική κατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε”
“συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό κράτος”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See συγκεντρωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course