Meaning of συγκεντρωτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που συγκεντρώνει κάτι (πχ παράλληλες ακτίνες φωτός) σε ένα σημείο
- που συγκεντρώνει στοιχεία από διάφορες πηγές και τα παρουσιάζει συνολικά
- που συγκεντρώνει αρμοδιότητες και εξουσίες σε ένα πρόσωπο ή ομάδα ή κέντρο διοίκησης και λήψης αποφάσεων
- ότι χαρακτηρίζει ένα κεντρικό σύστημα (εξυπηρετητής, διακομιστής) όπου φιλοξενούνται τα δεδομένα ή και τα προγράμματα και από όπου εξυπηρετούνται οι πελάτες (clients)
Παραδείγματα
“συγκεντρωτικός φακός”
“στο τέλος του μήνα η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει συγκεντρωτική κατάσταση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε”
“συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό κράτος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.