Meaning of στυπιοθλίπτης | Babel Free
Ορισμοί
υδραυλικό σωληνοειδές εξάρτημα το οποίο έχει στη μία άκρη σπείρωμα, για να προσαρμόζεται σε σωλήνα, και στην άλλη άκρη πλαστικό με σκοπό να σφηνώνει το καλώδιο το οποίο θα περνάει από μέσα του ώστε να στεγανοποιείται η σωλήνωση
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.