Meaning of στρούντελ | Babel Free
/ˈstɾu.del/Ορισμοί
είδος γλυκού το οποίο αποτελείται από πολλές τυλιγμένες λεπτές στρώσεις ζύμης γεμισμένες με φρούτα κ.λπ.
Παραδείγματα
“※ Οι σπιτικές σαλάτες, τα κρύα κρέατα και τα στρούντελ μήλου που έφτιαχναν οι Σέφερ ήταν πεντανόστιμα και ο Σκιπ καθόταν συχνά μαζί με την κυρία Σέφερ την ώρα που μαγείρευε και έψηνε. (Mary Higgins Clark (μτφ. Βούλα Αυγουστίνου), Ένοχη νύχτα, (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2014), σελ. 196)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.