Meaning of στρογγύλωση | Babel Free
Ορισμοί
- η άρθρωση ενός ήχου με τα χείλη στρογγυλεμένα
- εξέλιξη στην προφορά μιας γλώσσας κατά την οποία ένα μη στρογγυλό φωνήεν τρέπεται σε στρογγυλό, π.χ. /e/ σε /o/, ή ένα λιγότερο στρογγυλό σε περισσότερο στρογγυλό, π.χ. /o/ σε /u/, επηρεασμένο από τα παρακείμενα σύμφωνα
Παραδείγματα
“η στρογγύλωση στη Νεοελληνική παρατηρείται από τον μεσαίωνα σε λέξεις όπως "κουφός", που προέρχεται από το αρχαίο "κωφός"”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.