HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στρογγύλωση | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η άρθρωση ενός ήχου με τα χείλη στρογγυλεμένα
  2. εξέλιξη στην προφορά μιας γλώσσας κατά την οποία ένα μη στρογγυλό φωνήεν τρέπεται σε στρογγυλό, π.χ. /e/ σε /o/, ή ένα λιγότερο στρογγυλό σε περισσότερο στρογγυλό, π.χ. /o/ σε /u/, επηρεασμένο από τα παρακείμενα σύμφωνα

Παραδείγματα

“η στρογγύλωση στη Νεοελληνική παρατηρείται από τον μεσαίωνα σε λέξεις όπως "κουφός", που προέρχεται από το αρχαίο "κωφός"”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στρογγύλωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course