Meaning of στρογγυλοκάθισε | Babel Free
/stɾoŋ.ɟi.loˈka.θi.se/Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου (στρογγυλκάθισα) του στρογγυλοκάθομαι
- β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου (στρογγυλκάθισα) του στρογγυλοκάθομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.