Meaning of στρογγυλέψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στρογγυλεύω
- θα στρογγυλέψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος στρογγυλεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.