Meaning of στριφτάρι | Babel Free
Ορισμοί
- τρόπος εμφάνισης σε πίτες ή άλλα μαγειρεμένα φαγώσιμα
- εξάρτημα που χρησιμοποιείται στο ψάρεμα με πετονιά που εχει τη δυνατότητα να συστρέφεται και εμποδίζει το μπέρδεμα της
- κάθε εξάρτημα που εχει τη δυνατότητα να συστρέφεται και με αυτόν το τρόπο να εμποδίζει το μπέρδεμα καλωδίων, μπετονιάς κλπ.
Παραδείγματα
“μπορείς να μου βρεις συνταγές για κοτόπιτα στριφτάρι ή για κολοκυθόπιτα στριφτάρι στο Ίντερνετ;”
“αγόρασα ένα στριφτάρι για το ακουστικό του τηλεφώνου και ησύχασα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.