Meaning of στρατόκαυλος | Babel Free
Ορισμοί
όρος που αναφέρεται σε άνθρωπο παθιασμένο με τον στρατό και τις πρακτικές του στρατού. Συνήθως χρησιμοποιείται αρνητικά για ανθρώπους που υπερβάλλουν σε χαρακτηριστικά που συνδέονται με στρατιωτικούς (σε κυριολεκτική απόδοση «αυτός που καβλώνει με τον στρατό»)
Παραδείγματα
“«... ό,τι κι αν θα μπορούσε κάποιος να του καταμαρτυρήσει -πως ήτανε στρατόκαυλος, στενόμυαλος, μονότονος-, θα όφειλε να παραδεχτεί ότι, ...»”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.