Meaning of στρατολογημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που υπηρετεί στο στρατό
- που υπηρετεί με ιδιαίτερη συνέπεια και μονομέρεια, φανατισμό κάποια ιδεολογία από νέος (ενώ για εκείνον που υπηρετεί κάτι πολιτιστικό, συνήθως χρησιμοποιείται η μετοχή στρατευμένος)
- που έχει τεθεί στην υπηρεσία μιας οργάνωσης με στρατιωτική δομή (μυστική υπηρεσία, καρτέλ ναρκωτικών κ.λπ.) για να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.