Meaning of στρατηγικός | Babel Free
/stɾa.ti.ʝiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη στρατηγική ή που στηρίζεται σε αυτή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη τακτικός
- που αφορά το σχεδιασμό μιας στρατιωτικής επιχείρησης:
-
που αφορά το γενικό σχεδιασμό και το συντονισμό των ενεργειών που είναι απαραίτητες για την επιτυχία ενός σκοπού: figuratively
Παραδείγματα
“στρατηγικός στόχος”
“Έχει στρατηγική θέση στην κυβέρνηση.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.