HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στραπατσαρισμένος | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. που έχει στραπατσαριστεί κυριολεκτικά από μία βίαιη άσκηση πίεσης
  2. που έχει καμφθεί το ηθικό του από μεγάλες αναποδιές, που έχει κακοπάθει, ταλαιπωρηθεί
    figuratively

Παραδείγματα

“*Το στραπατσαρισμένο ΙΧ μεταφέρθηκε στη μάντρα”
“*Μάζεψε τον στραπατσαρισμένο εγωισμό του και έφυγε”
“*...ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. (Αγγ. Τερζάκη "Απρίλης")”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στραπατσαρισμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course