Meaning of στραπατσαρισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει στραπατσαριστεί κυριολεκτικά από μία βίαιη άσκηση πίεσης
-
που έχει καμφθεί το ηθικό του από μεγάλες αναποδιές, που έχει κακοπάθει, ταλαιπωρηθεί figuratively
Παραδείγματα
“*Το στραπατσαρισμένο ΙΧ μεταφέρθηκε στη μάντρα”
“*Μάζεψε τον στραπατσαρισμένο εγωισμό του και έφυγε”
“*...ντάλα μεσημέρι, βλέπεις ξάφνου να παρουσιάζονται στο δρόμο δυο-τρία ερημικά φανταράκια, στραπατσαρισμένα, κουτσαίνοντας, που τραβάνε κι αυτά πάνω. (Αγγ. Τερζάκη "Απρίλης")”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.